Η προσέγγιση και οι αρχές μας
Στο κέντρο της δουλειάς μου βρίσκεται η υποστήριξη παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων. Παρατηρώ προσεκτικά το παιχνίδι τους, τις συμπεριφορές τους και τις διαφορετικές μορφές λεκτικής και μη λεκτικής επικοινωνίας, ώστε να κατανοήσω τους βαθύτερους φόβους και τις ανησυχίες που συχνά δεν εκφράζονται με λόγια.
Η Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία είναι μια μη-κατευθυντική προσέγγιση, που ακολουθεί το παιδί ή τον νέο και δίνει ιδιαίτερη σημασία στη σχέση που χτίζεται με τον θεραπευτή. Μέσα σε αυτό το κλίμα εμπιστοσύνης είναι δυνατό να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά οι σύνθετες και βαθιά ριζωμένες συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες.
Με αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά και οι νέοι αποκτούν βαθύτερη κατανόηση του εαυτού τους, μαθαίνουν να ρυθμίζουν καλύτερα τα συναισθήματά τους και ενισχύουν την προσωπική τους ανάπτυξη. Αυτό τους βοηθά να αξιοποιούν τις δυνατότητές τους, να καλλιεργούν ανθεκτικότητα και να αναπτύσσουν μια πιο σταθερή αίσθηση ταυτότητας και αυτοεκτίμησης.
-
Θέτουμε σαφή όρια στη θεραπευτική σχέση, και από κοινού συμφωνούμε τι σημαίνει ασφάλεια και εμπιστοσύνη.
Το περιεχόμενο των συνεδριών είναι εμπιστευτικό — εκτός αν θεωρήσουμε ότι ένα παιδί βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο· σε τέτοια περίπτωση, ενημερώνουμε τους γονείς/κηδεμόνες.
Ενημερώνουμε τους γονείς με τρόπο που σέβεται τον χώρο του παιδιού: αναφέρουμε κεντρικά θέματα και προόδους, χωρίς λεπτομέρειες που θα παραβίαζαν την εμπιστοσύνη.
Διενεργούμε ενδελεχή αξιολόγηση των κινδύνων και των προστατευτικών παραγόντων, ενισχύοντας τη δυναμική του παιδιού και της οικογένειας.
Συνεργαζόμαστε διεπιστημονικά — όταν χρειάζεται, ενσωματώνουμε την υποστήριξη άλλων ειδικοτήτων για μια ολοκληρωμένη φροντίδα.
-
Ακούμε με προσοχή και διαλλακτικότητα; επιδιώκουμε να κατανοήσουμε το νόημα των εμπειριών, όχι απλώς τις λέξεις.
Αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε το πολιτισμικό, θρησκευτικό και οικογενειακό πλαίσιο κάθε παιδιού / οικογένειας.
Πιστεύουμε ότι όλες οι ταυτότητες και οι προσεγγίσεις της ζωής επιτρέπονται — είμαστε ρητά ενάντια σε πρακτικές που υποκινούν αλλαγή ταυτότητας φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού.
Αντιμετωπίζουμε κάθε μορφή διάκρισης — δεχόμαστε ότι κάποιος μπορεί να έχει βιώματα καταπίεσης και προσφέρουμε πρόσβαση σε υπηρεσίες χωρίς αποκλεισμούς.
Η κλινική μας πρακτική διέπεται από Δεοντολογικούς Κώδικες που περιλαμβάνουν διεθνώς αποδεκτά πρότυπα.
-
Εφαρμόζουμε μεθόδους που στηρίζονται σε έρευνα και βιβλιογραφία — ιδιαίτερα σε τομείς όπως άγχος, κατάθλιψη, τραύμα.
Στο ξεκίνημα της θεραπείας μαζί με την οικογένεια θέτουμε μετρήσιμους στόχους.
Θεωρούμε αναγκαία την τακτική επανεκτίμηση της αποτελεσματικότητας: συλλέγουμε δεδομένα (π.χ. μέσω ερωτηματολογίων) για να δούμε τι πραγματικά αλλάζει.
Προσαρμοζόμαστε, όπου χρειάζεται, χωρίς να χάνουμε τη συνέπεια και τη σταθερότητα στη θεραπευτική σχέση.
-
Από την αρχή, ενημερώνουμε για το πλαίσιο της θεραπείας: τι περιλαμβάνει, ποιος θα έχει πρόσβαση στις πληροφορίες, τι δικαιώματα έχει ο ασθενής.
Ζητούμε γραπτή/λεκτική συγκατάθεση από τον ασθενή ή, όταν δεν είναι σε θέση, από γονέα ή νόμιμο εκπρόσωπο.
Είναι σαφές ποιο περιεχόμενο θα κοινοποιηθεί σε τρίτους (όπως άλλους ειδικούς ή θεσμούς), και μόνο όταν είναι απαραίτητο και θεσμικά δικαιολογημένο.
Η συγκατάθεση δεν είναι στατική — είναι “συνεχής” (ongoing): επανεξετάζεται και ανανεώνεται όσο εξελίσσεται η θεραπεία.
-
Ο θεραπευτής σέβεται το πλαίσιο εμπιστοσύνης: λειτουργεί με ειλικρίνεια και συνέπεια.
Η εμπιστευτικότητα είναι κανόνας· αποκαλύψεις γίνονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ. κίνδυνος για το παιδί), και τότε πάντα με τεκμηρίωση και με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού.
Σε κάθε περίπτωση αποκάλυψης (ή απόφασης να μην αποκαλυφθεί), κρατάμε αρχείο των λόγων, των προσπαθειών συγκατάθεσης και της διαδικασίας λήψης απόφασης.
-
Ο ασθενής ή οι γονείς έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τη διακοπή της θεραπείας.
Αν υπάρχει αβεβαιότητα ή ασάφεια σχετικά με τη συνέχιση ή τη διακοπή, ο θεραπευτής διερευνά την αίσθηση του ασθενούς και δεν επιβάλλει μονομερώς τον τερματισμό.
Όταν αποφασίζεται λήξη, συζητάμε από κοινού τις πιθανές συνέπειες, σημεία που χρειάζονται παρακολούθηση και ενδεχόμενα επόμενα βήματα.